resistant
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
resistant (en)
- που προβάλλει αντίσταση
- ανθεκτικός
[
]
Ουσιαστικό
resistant (en)
- ο άνθρωπος που αντιστέκεται, (ιδιαίτερα) ο αντιστασιακός