sommeil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

sommeil (fr)

j'ai le sommeil profond - έχω βαθύ / βαρύ ύπνο (= κοιμάμαι βαριά)
a nuit porte sommeil - η νύχτα φέρνει ύπνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]