stern
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
[
]
stern
(en)
αυστηρός
,
τραχύς
, άκαμπτος
he was a
stern
father
βλοσυρός
Ουσιαστικό
[
]
stern
(en)
η
πρύμνη
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Български
English
Esperanto
Español
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
ລາວ
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Português
Română
Русский
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Tagalog
Tiếng Việt
中文