αυστηρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αυστηρός | αυστηρή | αυστηρό |
| γενική | αυστηρού | αυστηρής | αυστηρού |
| αιτιατική | αυστηρό | αυστηρή | αυστηρό |
| κλητική | αυστηρέ | αυστηρή | αυστηρό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αυστηροί | αυστηρές | αυστηρά |
| γενική | αυστηρών | αυστηρών | αυστηρών |
| αιτιατική | αυστηρούς | αυστηρές | αυστηρά |
| κλητική | αυστηροί | αυστηρές | αυστηρά |
Ετυμολογία [
]
- αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐστηρός < αὕω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /af.sti.ˈɾɔs/
Επίθετο [
]
αυστηρός