αυστηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυστηρός αυστηρή αυστηρό
γενική αυστηρού αυστηρής αυστηρού
αιτιατική αυστηρό αυστηρή αυστηρό
κλητική αυστηρέ αυστηρή αυστηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυστηροί αυστηρές αυστηρά
γενική αυστηρών αυστηρών αυστηρών
αιτιατική αυστηρούς αυστηρές αυστηρά
κλητική αυστηροί αυστηρές αυστηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐστηρός < αὕω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.sti.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυστηρός

  1. που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση
  2. (για ποινή) βαρύς
  3. (στην τέχνη) λιτός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]