βαρύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική βαρύς βαριά βαρύ
γενική βαριού
βαρύ
βαριάς βαριού
βαρέος
αιτιατική βαρύ βαριά βαρύ
κλητική βαρύ βαριά βαρύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαριοί
βαρείς
βαριές βαριά
βαρέα
γενική βαριών βαριών βαριών
βαρέων
αιτιατική βαριούς
βαρείς
βαριές βαριά
βαρέα
κλητική βαριοί
βαρείς
βαριές βαριά
βαρέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαρύς < αρχαία ελληνική βαρύς

Open book 01.svg Επίθετο[]

βαρύς, -ιά, -ύ, συγκριτικός: βαρύτερος, υπερθετικός: βαρύτατος

  1. που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά
    το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
  2. που έχει μεγάλη πυκνότητα
    όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές βαρύτερες από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
  3. (για φαγητό ή ποτό) που έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό
    έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
    το στιφάδο είναι βαρύ φαγητό και με πειράζει
    βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα
  4. που δείχνει σημάδια επιδείνωσης
    ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
  5. (μεταφορικά) που αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις
    οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
  6. (μεταφορικά) άσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια
    η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
  7. (για άνθρωπο) κακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά
    Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;
    • βαρύ πεπόνι: έκφραση που περιγράφει έναν τέτοιο άνθρωπο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]