βαριές
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
βαριές θηλυκό
- βαριά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
βαριές θηλυκό