σοβαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σοβαρός σοβαρή σοβαρό
γενική σοβαρού σοβαρής σοβαρού
αιτιατική σοβαρό σοβαρή σοβαρό
κλητική σοβαρέ σοβαρή σοβαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σοβαροί σοβαρές σοβαρά
γενική σοβαρών σοβαρών σοβαρών
αιτιατική σοβαρούς σοβαρές σοβαρά
κλητική σοβαροί σοβαρές σοβαρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σοβαρός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

σοβαρός, -ή, -ό

  1. σπουδαίος, σημαντικός, που έχει κύρος ή που έχει σημαντικές συνέπειες
    το ζήτημα των συνταξιούχων είναι σοβαρό θέμα, πρέπει να το έχουμε υπόψη
    η συγκεκριμένη μορφή του καρκίνου είναι η πιο σοβαρή
  2. προσεκτικός, όχι επιφανειακός
    μια σοβαρή εξέταση του φαινομένου δείχνει ότι...
  3. χωρίς αστεία, χωρίς να αστειεύεται
    ο τόνος της συζήτησης έγινε πιο σοβαρός
    δεν ξέρω τι έχει ο φίλος μου σήμερα και όλο χαχανίζει... συνήθως είναι πιο σοβαρός τύπος

32πχ Μεταφράσεις[]