σοβαρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | σοβαρός | σοβαρή | σοβαρό |
| γενική | σοβαρού | σοβαρής | σοβαρού |
| αιτιατική | σοβαρό | σοβαρή | σοβαρό |
| κλητική | σοβαρέ | σοβαρή | σοβαρό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | σοβαροί | σοβαρές | σοβαρά |
| γενική | σοβαρών | σοβαρών | σοβαρών |
| αιτιατική | σοβαρούς | σοβαρές | σοβαρά |
| κλητική | σοβαροί | σοβαρές | σοβαρά |
[
]
Ετυμολογία
- σοβαρός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
σοβαρός, -ή, -ό
- σπουδαίος, σημαντικός, που έχει κύρος ή που έχει σημαντικές συνέπειες
- το ζήτημα των συνταξιούχων είναι σοβαρό θέμα, πρέπει να το έχουμε υπόψη
- η συγκεκριμένη μορφή του καρκίνου είναι η πιο σοβαρή
- προσεκτικός, όχι επιφανειακός
- μια σοβαρή εξέταση του φαινομένου δείχνει ότι...
- χωρίς αστεία, χωρίς να αστειεύεται
- ο τόνος της συζήτησης έγινε πιο σοβαρός
- δεν ξέρω τι έχει ο φίλος μου σήμερα και όλο χαχανίζει... συνήθως είναι πιο σοβαρός τύπος