αγένεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγένεια αγένειες
γενική αγένειας αγενειών
αιτιατική αγένεια αγένειες
κλητική αγένεια αγένειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγένεια < αρχαία ελληνική ἀγένεια < ἀγενής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈʝɛ.ni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγένεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αγενούς, η έλλειψη ευγένειας και καλών τρόπων
  2. αγενής λόγος ή πράξη
    ήταν μεγάλη αγένεια να φύγετε χωρίς ούτε ένα ευχαριστώ

32πχ Μεταφράσεις[]