λιτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική λιτός λιτή λιτό
γενική λιτού λιτής λιτού
αιτιατική λιτό λιτή λιτό
κλητική λιτέ λιτή λιτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιτοί λιτές λιτά
γενική λιτών λιτών λιτών
αιτιατική λιτούς λιτές λιτά
κλητική λιτοί λιτές λιτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιτός < αρχαία ελληνική λιτός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /li.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /li.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /li.ˈtɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

λιτός, -ή, ό

  1. που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απέριττος, απλός
  2. που δε διαθέτει στολίσματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αστόλιστος, φυσικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Ομώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]