frugal
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
frugal (en)
- οικονόμος, που αποφεύγει τις σπατάλες
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| frugal | frugals |
frugal (fr)
- (σχετικά με την τροφή) φειδωλός, λιτός
- λιτοδίαιτος
- (κατ' επέκταση) οικονόμος, ολιγοδάπανος
Ρουμανικά (ro) [
]
Επίθετο [
]
frugal (ro)