λιτή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιτή λιτές
γενική λιτής λιτών
αιτιατική λιτή λιτές
κλητική λιτή λιτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιτή < αρχαία ελληνική λιτή, θέμα λιτ- του ρήματος λίτομαιλίσσομαι) "ικετεύω,θερμοπαρακαλώ", αβέβ. ετύμου.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λιτή θηλυκό

  1. η μικρή ακολουθία που ψάλλεται συνήθως στα μοναστήρια και στους ενοριακούς ναούς κατά τις ολονυκτίες (και στις βραδινές Θ. Λειτουργίες) την παραμονή μεγάλων εορτών
  2. ο εσωτερικός νάρθηκας των μοναστηριών (μονών), στον οποίο διεξάγεται η ακολουθία της λιτής.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

λιτή

Ομώνυμα[]