unconditional
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
unconditional (en)
- απεριόριστος, άνευ όρων, απόλυτος, ανεπιφύλακτος, ρητός
- (μαθηματικά:) απόλυτος, ρητός