verkennen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

verkennen (de) jdn. / etwas (παρατατικός: verkannte, μετοχή παρακειμένου: verkannt)

Sie hat seine guten Absichten verkannt! - Παραγνώρισε τις καλές του προθέσεις!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]