zasłona

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

zasłona (pl) θηλυκό

  1. η κουρτίνα
    w swoim pokoju mam bawełniane zasłony - στο δωμάτιό μου έχω βαμβακερές κουρτίνες