étymologie
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- étymologie < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]étymologie (fr) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- étymologie - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
- étymologie - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online