Μετάβαση στο περιεχόμενο

étymologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
étymologie < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

étymologie (fr) θηλυκό