überlegen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

überlegen 

Ρήμα[επεξεργασία]

überlegen (de)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • sich etwas überlegen - σκέφτομαι κάτι