Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκέφτομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκέφτομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπτομαι με ανομοίωση του τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft].[1] Συγκρίνετε με το νεοελληνικό σκέπτομαι.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsce.fto.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκέφτομαι

σκέφτομαι/σκέπτομαι(λόγιο), πρτ.: σκεφτόμουν/σκεπτόμουν(λόγιο), αόρ.: σκέφτηκα/σκέφθηκα(λόγιο), απαρ.αόρ.: σκεφτεί/σκεφθεί(λόγιο), μτχ.π.ε.: σκεπτόμενος[2] (αποθετικό ρήμα)

  1. υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία
    παράδειγμα  Τον σκέφτομαι συνεχώς.
  2. εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές
    παράδειγμα  Σκέφτηκε μια πρωτότυπη λύση για το πρόβλημα των μαθηματικών.
     συνώνυμα: αναρωτιέμαι, διερωτώμαι
  3. εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον
    παράδειγμα  Σκέφτομαι ν᾿ αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά διστάζω· είναι ακριβό.
     συνώνυμα: σκοπεύω
  4. (για μηχανή) εκτελώ εντολή, που δίδεται από έναν χρήστη στο σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης, στο οποίο υποβλήθηκε η εντολή για εργασία και μέσω διεργασίας, οπού προσομοιάζει την ανθρώπινη σκέψη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

για τη σημασία: εξετάζω με το μυαλό μου

μερική συνωνυμία:

περιφραστικά:

για τη σημασία «σκέφτομαι έξυπνα»  δείτε την έκφραση κόβει το μυαλό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
σκεφτ- σκεπτ- 

με σκεφτ- (στη δημοτική) ή και με σκεπτ- (λογιότεροι όροι, όπως στο σκέπτομαι)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

 δείτε και τα σύνθετα του σκέπτομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σκέφτομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σκέφτομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)