σκέφτομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκέφτομαι < αρχαία ελληνική σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈscɛ.ftɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκέφτομαι

  1. υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία
  2. εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναρωτιέμαι, διερωτώμαι
  3. εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκοπεύω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]