εξετάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐξετάζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξετάζω < αρχαία ελληνική ἐξετάζω < ἐξ + ἐτάζω (3,4 σημασιολογικό δάνειο από γαλλική examiner)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛ.ˈta.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εξετάζω (παθητική φωνή: εξετάζομαι)

  1. κοιτάζω κάτι με προσοχή, το ελέγχω προσπαθώντας να το γνωρίσω και να το κατανοήσω
  2. υποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε
  3. (για γιατρούς) προσπαθώ να διαγνώσω την κατάσταση της υγείας κάποιου
  4. (για αστυνομικούς, δικαστές κ.λπ.) ρωτάω κάποιον συστηματικά, για να διαπιστώσω τι ακριβώς έχει γίνει
  5. πραγματεύομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]