εξετάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐξετάζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξετάζω < αρχαία ελληνική ἐξετάζω < ἐξ + ἐτάζω (3,4 (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική examiner)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛ.ˈta.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξετάζω (παθητική φωνή: εξετάζομαι)

  1. κοιτάζω κάτι με προσοχή, το ελέγχω προσπαθώντας να το γνωρίσω και να το κατανοήσω
  2. υποβάλλω σε γραπτές ή προφορικές ερωτήσεις κάποιον, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι κατέχει το γνωστικό αντικείμενο που διδάχτηκε
  3. (για γιατρούς) προσπαθώ να διαγνώσω την κατάσταση της υγείας κάποιου
  4. (για αστυνομικούς, δικαστές κ.λπ.) ρωτάω κάποιον συστηματικά, για να διαπιστώσω τι ακριβώς έχει γίνει
  5. πραγματεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]