Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρχαία ελληνικά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα αρχαία ελληνικά
      γενική των αρχαίων ελληνικών
    αιτιατική τα αρχαία ελληνικά
     κλητική αρχαία ελληνικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo

Ετυμολογία

αρχαία ελληνικά  δείτε τις λέξεις αρχαία και ελληνικά

Προφορά

ΔΦΑ : /aɾˈçe.a e.li.niˈka/

Πολυλεκτικός όρος

αρχαία ελληνικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (γλώσσα) η ελληνική γλώσσα από τα προομηρικά χρόνια (1500 π.Χ.) έως το τέλος της περιόδου της ελληνιστικής κοινής (που φθάνει μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. ή κατ' άλλη θεώρηση έως και τον 6ο αι. μ.Χ.).
    Στο Βικιλεξικό, η αρχαία ελληνική γλώσσα καλύπτεται έως τον 6ο αιώνα Κ.Ε., απ' όπου αρχίζει η φάση της μεσαιωνικής
     συνώνυμα: η αρχαία ελληνική (θηλυκό)
  2. (εκπαίδευση) τα αρχαία ελληνικά, ως σχολικό μάθημα
     συνώνυμα: αρχαία

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις