αρχαία ελληνικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | αρχαία ελληνικά | ||
| γενική | των | αρχαίων ελληνικών | ||
| αιτιατική | τα | αρχαία ελληνικά | ||
| κλητική | αρχαία ελληνικά | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
Πολυλεκτικός όρος
αρχαία ελληνικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (γλώσσα) η ελληνική γλώσσα από τα προομηρικά χρόνια (1500 π.Χ.) έως το τέλος της περιόδου της ελληνιστικής κοινής (που φθάνει μέχρι τον 3ο αι. μ.Χ. ή κατ' άλλη θεώρηση έως και τον 6ο αι. μ.Χ.).
Στο Βικιλεξικό, η αρχαία ελληνική γλώσσα καλύπτεται έως τον 6ο αιώνα Κ.Ε., απ' όπου αρχίζει η φάση της μεσαιωνικής- ≈ συνώνυμα: η αρχαία ελληνική (θηλυκό)
- (εκπαίδευση) τα αρχαία ελληνικά, ως σχολικό μάθημα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αρχαία ελληνικά
|
Κατηγορίες:
- Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
