γερμανικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Γερμανική γλώσσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γερμανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γερμανικός στον πληθυντικό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γερμανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • κωδικός γλώσσας: de

Διάλεκτοι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

γερμανικά

  1. χρησιμοποιώντας τη γερμανική γλώσσα
  2. όπως κάνουν οι Γερμανοί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

γερμανικά