διάλεκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάλεκτος οι διάλεκτοι
      γενική της διαλέκτου των διαλέκτων
    αιτιατική τη διάλεκτο τις διαλέκτους
     κλητική διάλεκτε
(διάλεκτο)
διάλεκτοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάλεκτος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή διάλεκτος (κοινή γλώσσα)[1] < διαλέγομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάλεκτος θηλυκό

  • γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή ομιλουμένη

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]