συζήτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συζήτηση οι συζητήσεις
      γενική της συζήτησης
& συζητήσεως
των συζητήσεων
    αιτιατική τη συζήτηση τις συζητήσεις
     κλητική συζήτηση συζητήσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συζήτηση < μεταγενέστερη ελληνική συζήτησις < συζητῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συζήτηση θηλυκό

  1. η ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών για ένα θέμα και η ανάλυσή του, συνήθως προφορικά
  2. συνομιλία, κουβέντα
  3. αντιπαράθεση, θέμα διαφωνίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  συζητώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]