Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανταλλαγή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀνταλλαγή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανταλλαγή οι ανταλλαγές
      γενική της ανταλλαγής των ανταλλαγών
    αιτιατική την ανταλλαγή τις ανταλλαγές
     κλητική ανταλλαγή ανταλλαγές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανταλλαγή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταλλαγή < αρχαία ελληνική ἀνταλλάσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική échange). Μορφολογικά αναλύεται σε αντ- + αλλαγή.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.da.laˈʝi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανταλλαγή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανταλλαγή θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω
  2. (πληροφορική) η ανταλλαγή περιεχομένων μεταξύ κύριας και δευτερεύουσας μνήμης (πχ. σκληρός δίσκος). Όταν εκτελούνται πολλά προγράμματα μαζί και δεν επαρκεί η κύρια μνήμη, τμήματα αυτής αποθηκεύονται προσωρινά στη δευτερεύουσα, αναστέλλοντας την εκτέλεση κάποιων προγραμμάτων.[1]
  3. (προγραμματισμός) η ανταλλαγή των περιεχόμενων τιμών μεταξύ δύο μεταβλητών

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]