Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλλάζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀλλάζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλλάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλλάζω < αρχαία ελληνική ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈla.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλλάζω

αλλάζω, αόρ.: άλλαξα, παθ.φωνή: αλλάζομαι, π.αόρ.: αλλάχτηκα, μτχ.π.π.: αλλαγμένος

  1. (μεταβατικό) προκαλώ μια αλλαγή σε κάποιον ή κάτι, τον κάνω να διαφέρει από την προηγούμενη κατάστασή του
    παράδειγμα  αυτή η εμπειρία με έκανε άλλον άνθρωπο, με άλλαξε ριζικά
      Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 )
     συνώνυμα: μεταβάλλω
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι που με αφορά ή μου ανήκει διαφορετικό, αφήνω κάτι και υιοθετώ κάτι άλλο
    παράδειγμα  αλλάξαμε σπίτι (μετακομίσαμε)
    παράδειγμα  αλλάζει συνεχώς γνώμη
    παράδειγμα  Αν δεν αλλάξει συμπεριφορά, θα το μετανιώσει.
    παράδειγμα  (για κάποιον άλλον) Αδύνατον να του αλλάξεις γνώμη.
  3. βγάζω τα ρούχα μου και βάζω άλλα
    παράδειγμα (μεταβατικό) Πήγαινε να κάνεις μπάνιο και να αλλάξεις τα ρούχα σου.
    παράδειγμα  (αμετάβατο) Πήγαινε να κάνεις μπάνιο και ν' αλλάξεις.
      Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
  4. (μεταβατικό) βγάζω από ένα μωρό την πάνα του και του βάζω καθαρή
  5. (μεταβατικό) δίνω κάτι για να πάρω στη θέση του κάτι άλλο
    παράδειγμα  Μόλις έφτασε στην Αμερική, πήγε να αλλάξει τα ευρώ του με δολάρια.
    παράδειγμα  Φτωχή η Ελλαδίτσα μας, αλλά δεν την αλλάζω με τίποτα στον κόσμο.
     συνώνυμα: ανταλλάσσω
  6. (αμετάβατο) γίνομαι διαφορετικός
    παράδειγμα  ο καιρός άλλαξε - οι καιροί άλλαξαν
    παράδειγμα  Τα παιδιά αλλάζουν όταν μεγαλώνουν.
     συνώνυμα: μεταβάλλομαι

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
αλλασσ-, αλλαγ-, αλλακ- 

θέμα με αλλαζ-

με αρχαίο θέμα αλλασσ-

θέμα αλλαγ-

θέμα αλλακ-

θέμα αλλαξ-

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]