αλλάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλλάζω < αρχαία ελληνική ἀλλάσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈla.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

αλλάζω

  1. (μεταβατικό) κάνω ένα πράγμα διαφορετικό
    αλλάζει συνεχώς γνώμη
    πήγε έξω να αλλάξει τις ιδέες του
  2. (μεταβατικό) βγάζω τα λερωμένα ρούχα μου και βάζω άλλα, καθαρά
    πήγαινε να κάνεις μπάνιο και να αλλάξεις τα ρούχα σου
    • (αμετάβατο)
      πήγαινε να κάνεις μπάνιο και ν' αλλάξεις
  3. (μεταβατικό) βγάζω από ένα μωρό την πάνα του και του βάζω καθαρή
  4. (μεταβατικό) δίνω κάτι για να πάρω στη θέση του κάτι άλλο, ανταλλάσσω
    μόλις έφτασε στην Αμερική, πήγε να αλλάξει τα ευρώ του με δολάρια
    φτωχή η Ελλαδίτσα μας, αλλά δεν την αλλάζω με τίποτα στον κόσμο
  5. (αμετάβατο) γίνομαι διαφορετικός
    ο καιρός άλλαξε
    τα παιδιά αλλάζουν όταν μεγαλώνουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]