Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλλάσσω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἀλλάσσω   ἀλλάσσομαι 
Παρατατικός  ἤλλασσον   ἠλλασσόμην 
Μέλλοντας  ἀλλάξω   ἀλλάξομαι, ἀλλαγήσομαι, ἀλλαχθήσομαι 
Αόριστος  ἤλλαξα   ἠλλαξάμην, ἠλλάγην, ἠλλάχθην 
Παρακείμενος  ἤλλαχα   ἤλλαγμαι 
Υπερσυντέλικος  ἠλλάχειν   ἠλλάγμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλλάσσω < από την ρίζα ἀλλα- του ἀλλαγή + -σσω < ἄλλος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.lás.sɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἀλλάσσω

ἀλλάσσω και ἀλλάττω και ἀλλαντόττω στην αττική αργότερα

  1. αλλάζω, μεταβάλλω
  2. συναλλάσσομαι στην αγορά, κάνω εμπόριο
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Νόμοι, 11, 915a
    ἀλλάττεσθαι, ἄλλοθι δὲ μηδαμοῦ, μηδ᾽ ἐπὶ ἀναβολῇ πρᾶσιν μηδὲ ὠνὴν ποιεῖσθαι μηδενός: ἐὰν δὲ ἄλλως ἢ ἐν ἄλλοις τόποις ὁτιοῦν ἀνθ᾽ ὁτουοῦν διαμείβηται ἕτερος ἄλλῳ, πιστεύων πρὸς ὃν ἂν ἀλλάττηται
  3. ανταλλάσσω, αντιπαρέχω, δίνω σε αντάλλαγμα
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Ἀντιγόνη, στίχ. 944
    ἔτλα καὶ Δανάας οὐράνιον φῶς ἀλλάξαι δέμας ἐν χαλκοδέτοις αὐλαῖς
    Και της Δανάης το κορμί υπόμενε να κάνη αλλαξιά το φως τ’ ουρανού με χαλκοδεμένη κατοικία.
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 967
    τῆς σῆς λατρείας τὴν ἐμὴν δυσπραξίαν, σαφῶς ἐπίστασ᾽, οὐκ ἂν ἀλλάξαιμ᾽ ἐγώ.
    με τη δική σου δουλωσύνη εγώ τη δική μου δυστυχία δεν θάθελα να την αλλάξω, γνώριζέ το
  4. εκδικούμαι
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 89
    ἀφῖγμαι δ᾽ ἐκ θεοῦ μυστηρίων Ἀργεῖον οὖδας οὐδενὸς ξυνειδότος, φόνον φονεῦσι πατρὸς ἀλλάξων ἐμοῦ
    φτάνω απο το μαντείο των Δελφών εις το Άργος χωρίς να το ηξεύρει κανείς, για να εκδικήσω τον θάνατο του πατέρα μου
  5. μετακινούμαι, αλλάζω θέση
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἠλέκτρα, στίχ. 103
    νῦν οὖν — ἕως γὰρ λευκὸν ὄμμ᾽ ἀναίρεται — ἔξω τρίβου τοῦδ᾽ ἴχνος ἀλλαξώμεθα'. ἢ γάρ τις ἀροτὴρ ἤ τις οἰκέτις γυνὴ φανήσεται
    Τώρα λοιπόν, επειδή η αυγή αρχίζει να φωτίζη, ας περιπατώμεν εδώ εις το μονοπάτι έξω από τον δρόμο, διότι κάποιος γεωργός ή υπηρέτρια θα φανή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]