παρακείμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρακείμενος παρακείμενοι
γενική παρακειμένου
& παρακείμενου
παρακειμένων
& παρακείμενων
αιτιατική παρακείμενο παρακειμένους
& παρακείμενους
κλητική παρακείμενε παρακείμενοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακείμενος < αρχαία ελληνική παρακείμενος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρακείμενος αρσενικό

  • (γραμματική) χρόνος ρήματος που φανερώνει ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα έχει γίνει στο παρελθόν, αλλά το αποτέλεσμα εξακολουθεί να υπάρχει στο παρόν∙ σχηματίζεται περιφραστικά με το ρήμα έχω
ο παρακείμενος του ρήματος «βλέπω» είναι «έχω ιδεί» ή «έχω δει»
πτώση ενικός
ονομαστική παρακείμενος παρακείμενη παρακείμενο
γενική παρακείμενου παρακείμενης παρακείμενου
αιτιατική παρακείμενο παρακείμενη παρακείμενο
κλητική παρακείμενε παρακείμενη παρακείμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρακείμενοι παρακείμενες παρακείμενα
γενική παρακείμενων παρακείμενων παρακείμενων
αιτιατική παρακείμενους παρακείμενες παρακείμενα
κλητική παρακείμενοι παρακείμενες παρακείμενα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παρακείμενος, -η, -ο

η φωτιά προκάλεσε μικρές ζημιές και στα παρακείμενα καταστήματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρακείμενος < παρά + κείμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρακείμενος αρσενικό

ένας από τους αρκτικούς χρόνους των ρημάτων που δηλώνει ότι το σημαινόμενο είναι τετελεσμένο και ότι εξακολουθεί να υπάρχει και στο παρόν. «γέγραφα επιστολήν».

«Τόν καλόν ἀγῶνα ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοὶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι.» Επιστολή Β΄ προς Τιμόθεον 4.7-8


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]