τηρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. τηρώ < αρχαία ελληνική τηρέω
  2. τηρώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική τηρέω που μεταπλάστηκε κατά τα ρήματα σε -άω

Open book 01.svg Ρήμα 1[]

τηρώ

  1. (για νόμους, κανόνες, όρους, συνήθειες κλπ) κρατώ, εφαρμόζω, συμμορφώνομαι με
    τηρεί τους νόμους, είναι νομοταγής
  2. επιβλέπω την εφαρμογή (νόμων)
    δύο αστυνομικοί τηρούσαν την τάξη
  3. (για βιβλία καταγραφής) κρατώ, έχω και συμπληρώνω τακτικά
    κάθε επιχείρηση υποχρεούται να τηρεί λογιστικά βιβλία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ρήμα 2[]

τηρώ και τηράω

  1. κοιτώ