appliquer
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- appliquer < λατινική applicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος applico < ad + plico (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleḱ- (πλέκω, υφαίνω)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: απλικάρω
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]appliquer (fr), s'appliquer
- εφαρμόζω, εφαρμόζομαι
Παράγωγα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]- appliquer - κλίση στο γαλλικό Βικιλεξικό

Πηγές
[επεξεργασία]- appliquer - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- appliquer - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé