Μετάβαση στο περιεχόμενο

appliquer

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
appliquer < λατινική applicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος applico < ad + plico (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleḱ- ‎(πλέκω, υφαίνω)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: απλικάρω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.pli.ke/
 
ομόηχα: appliqué, appliquée, appliqués, appliquées

appliquer (fr), s'appliquer

Παράγωγα

[επεξεργασία]