διατηρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διατηρώ < αρχαία ελληνική διατηρέω / διατηρῶ < διά + τηρέω / τηρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική conserver)

Ρήμα[επεξεργασία]

διατηρώ (παθητική φωνή: διατηρούμαι)

  1. κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, δεν αφήνω κατι να χαλάσει ή να καταστραφεί
    διατηρούμε το τυρί στο ψυγείο
  2. κρατώ, εξακολουθώ να έχω
    διατηρώ τις επιφυλάξεις μου
  3. έχω
    διατηρώ κατάστημα ηλεκτρικών ειδών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]