διατηρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διατηρώ < αρχαία ελληνική διατηρέω / διατηρῶ < διά + τηρέω / τηρῶ (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική conserver)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διατηρώ (παθητική φωνή: διατηρούμαι)

  1. κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, δεν αφήνω κατι να χαλάσει ή να καταστραφεί
    διατηρούμε το τυρί στο ψυγείο
  2. κρατώ, εξακολουθώ να έχω
    διατηρώ τις επιφυλάξεις μου
  3. έχω
    διατηρώ κατάστημα ηλεκτρικών ειδών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]