preserve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας preserve
γ΄ ενικό ενεστώτα preserves
αόριστος preserved
παθητική μετοχή preserved
ενεργητική μετοχή preserving

preserve (en)

  1. διατηρώ
  2. (συνήθως στην παθητική φωνή) διασώζω, διατηρώ κάτι στην αρχική του κατάσταση σε καλή κατάσταση
    Few of his early poems are preserved.
    Λίγα από τα πρώτα του ποιήματα διασώζονται.