ενεστώτας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενεστώτας ενεστώτες
γενική ενεστώτα ενεστώτων
αιτιατική ενεστώτα ενεστώτες
κλητική ενεστώτα ενεστώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεστώτας < αρχαία ελληνική ἐνεστώς,αρσενικό της μετ. παθ. ενεστ. του ρήματος ενίσταμαι ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενεστώτας αρσενικό

  1. χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει κάτι που γίνεται στο παρόν ή γίνεται κατ' εξακολούθηση στο παρόν
    η ώρα είναι οκτώ
    ταξιδεύω συχνά στο εξωτερικό για δουλειές
  2. χρόνος που μερικές φορές χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πράξη που θα συμβεί σε καθορισμένη στιγμή στο μέλλον
    το τρένο φεύγει στις 8

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • ιστορικός ενεστώτας: ο ενεστώτας που χρησιμοποιείται σε διηγήσεις που αφορούν το παρελθόν, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη ζωντάνια και παραστατικότητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]