Μετάβαση στο περιεχόμενο

ο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: O, o, Ο, ,

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
ελληνικό αλφάβητο
 Α α   άλφα / ἄλφα Νν νι / νῦ
 Β β ϐ   βήτα / βῆτα Ξξ ξι / ξεῖ, ξῖ, ξῦ
 Γγ γάμα / γάμμα Οο όμικρον /  μικρόν, (οὖ)
 Δδ δέλτα Ππϖ πι / πεῖ, πῖ
 Εε έψιλον /  ψιλόν, (εἶ) Ρρϱρο / ῥῶ
 Ζζ ζήτα / ζῆτα Σσ/ς σίγμα / σῖγμα
 Ηη ήτα / ἦτα Ττ ταυ / ταῦ
 Θθϑθήτα / θῆτα Υυ ύψιλον /  ψιλόν, ()
 Ιι γιώτα, ιώτα / ἰῶτα Φφϕφι / φεῖ, φῖ
 Κκϰκάπα / κάππα Χχ χι / χεῖ, χῖ
 Λλ λάμδα, λάμβδα / λάβδα Ψψ ψι / ψεῖ, ψῖ
 Μμ μι / μῦ Ωω ωμέγα /  μέγα, ()
Παρωχημένα γράμματα - Άλλα σύμβολα
 Ϝϝ δίγαμμα  Ϻϻ σαν
 Ϛϛ στίγμα  Ϸϸ σω
 Ϡϡ σαμπί  Ͳͳ παλαιό σαμπί
 Ϙϙ κόππα  Ϟϟ μεταγενέστερο κόππα
 Ͱͱ ἧτα (δασυνόμενο)  Ϲ ϲ μηνοειδές σίγμα
 Ϗϗ και  Ͻ ͻ ἀντίσιγμα
 Ͷͷ παμφυλιακό δίγαμμα  Ȣȣ ου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. ο (γράμμα) < φοινικικό ayin ()
  2. ο (άρθρο) < < αρχαία ελληνική

Χαρακτήρας

[επεξεργασία]

ο κεφαλαίο: Ο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική

ο αρσενικό (οριστικό άρθρο)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Το ο είναι η μορφή του οριστικού άρθρου στην ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.
  • Το οριστικό άρθρο στις μορφές το και τα μπορεί να πάθει έκθλιψη πριν από άλλα φωνήεντα, όπου γίνεται τ’ π.χ. «απ’ τ’ αριστερά». Αυτό γίνεται και σε συνδυασμό με την πρόθεση σε δημιουργώντας το στ’ π.χ. «στ’ αριστερά».

Κλίσεις των άρθρων

[επεξεργασία]
αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού
+ σε
του
στου
της
στης
του
στου
αιτιατική ενικού
+ σε
το(ν)
στο(ν)
τη(ν)
στη(ν)
το
στο
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού
+ σε
των
στων
των
στων
των
στων
αιτιατική πληθυντικού
+ σε
τους
στους
τις
στις
τα
στα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]