Μετάβαση στο περιεχόμενο

ο

Από Βικιλεξικό
Δείτε ελληνικό O, o, , · λατινικό O, o · κυριλλικό О, о. Αυτή η σελίδα είναι για το μικρό ελληνικό ο.

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]
ο
ο decimal
ο Unicode (U+03BF)
ο
 ξ GREEK SMALL LETTER OMICRON
Δείτε επίσης
λατινικό o
κυριλλικό о
π 

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ο (πεζό γράμμα) < μεσαιωνική ελληνική ο < κεφαλαίο αρχαία ελληνική Ο < φοινικική , γράμμα ayin ()

Σύμβολο

[επεξεργασία]

ο πεζό (κεφαλαίο: Ο)



Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
ελληνικό αλφάβητο
 Α α   άλφα / ἄλφα Νν νι / νῦ
 Β β ϐ   βήτα / βῆτα Ξξ ξι / ξεῖ, ξῖ, ξῦ
 Γγ γάμα / γάμμα Οο όμικρον /  μικρόν, (οὖ)
 Δδ δέλτα Ππϖ πι / πεῖ, πῖ
 Εε έψιλον /  ψιλόν, (εἶ) Ρρϱρο / ῥῶ
 Ζζ ζήτα / ζῆτα Σσ/ς σίγμα / σῖγμα
 Ηη ήτα / ἦτα Ττ ταυ / ταῦ
 Θθϑθήτα / θῆτα Υυ ύψιλον /  ψιλόν, ()
 Ιι γιώτα, ιώτα / ἰῶτα Φφϕφι / φεῖ, φῖ
 Κκϰκάπα / κάππα Χχ χι / χεῖ, χῖ
 Λλ λάμδα, λάμβδα / λάβδα Ψψ ψι / ψεῖ, ψῖ
 Μμ μι / μῦ Ωω ωμέγα /  μέγα, ()
Παρωχημένα γράμματα - Άλλα σύμβολα
 Ϝϝ δίγαμμα  Ϻϻ σαν
 Ϛϛ στίγμα  Ϸϸ σω
 Ϡϡ σαμπί  Ͳͳ παλαιό σαμπί
 Ϙϙ κόππα  Ϟϟ μεταγενέστερο κόππα
 Ͱͱ ἧτα (δασυνόμενο)  Ϲ ϲ μηνοειδές σίγμα
 Ϗϗ και  Ͻ ͻ ἀντίσιγμα
 Ͷͷ παμφυλιακό δίγαμμα  Ȣȣ ου

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ο (γράμμα) < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ο πεζό < αρχαία ελληνική Ο κεφαλαίο < φοινικική , γράμμα ayin ()

Σύμβολο

[επεξεργασία]

ο κεφαλαίο: Ο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ο (άρθρο) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη λέξη)

ο αρσενικό (οριστικό άρθρο ο, η, το)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Το ο είναι η μορφή του οριστικού άρθρου στην ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.
  • Το οριστικό άρθρο στις μορφές το και τα μπορεί να πάθει έκθλιψη πριν από άλλα φωνήεντα, όπου γίνεται τ’ π.χ. «απ’ τ’ αριστερά». Αυτό γίνεται και σε συνδυασμό με την πρόθεση σε δημιουργώντας το στ’ π.χ. «στ’ αριστερά».

το οριστικό άρθρο ο, η, το

[επεξεργασία]
αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού
+ σε
του
στου
της
στης
του
στου
αιτιατική ενικού
+ σε
το(ν)
στο(ν)
τη(ν)
στη(ν)
το
στο
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού
+ σε
των
στων
των
στων
των
στων
αιτιατική πληθυντικού
+ σε
τους
στους
τις
στις
τα
στα

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]


ζητούμενο λήμμα