της

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. της < αρχαία ελληνική τῆς
  2. της < αρχαία ελληνική αὐτῆς

Open book 01.svg Άρθρο[επεξεργασία]

της θηλυκό

  • θηλυκό οριστικό άρθρο στη γενική ενικού
Παραμύθια της Χαλιμάς.
Της νύχτας τα καμώματα...

κλίσεις των άρθρων[επεξεργασία]

αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού του της του
αιτιατική ενικού τον τη(ν) το
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού των των των
αιτιατική πληθυντικού τους τις τα

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

της θηλυκό

  1. (προσωπική) σε αυτήν
    της είπα (είπα σε αυτήν)
  2. (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα θηλυκού γένους
    τα παιδί της, τα παιδιά της