Μετάβαση στο περιεχόμενο

το

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τό, τω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
το < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τό

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: το
ομόηχο: τω

Κλιτικός τύπος άρθρου

[επεξεργασία]

το ουδέτερο αρσενικό

  1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ο
    1. ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ενικού
      παράδειγμα  Το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
    2. ουδέτερο οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού
      παράδειγμα  Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.
      παράδειγμα  Δεν έχει το γνώθι σαυτόν.
  2. (προφορικό) άλλη μορφή του τον· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ο
    (δείτε, Παράρτημα:Γραμματική#τελικό ν)
    παράδειγμα  Έχε το νου σου!

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλίσεις των άρθρων

[επεξεργασία]
αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού
+ σε
του
στου
της
στης
του
στου
αιτιατική ενικού
+ σε
το(ν)
στο(ν)
τη(ν)
στη(ν)
το
στο
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού
+ σε
των
στων
των
στων
των
στων
αιτιατική πληθυντικού
+ σε
τους
στους
τις
στις
τα
στα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

το ουδέτερο (παλιότερη γραφή: τό)

  • αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου, αντί του αυτό
    παράδειγμα  του το είπα, αλλά αυτός δεν ήθελε να με πιστέψει

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

το ουδέτερο (παλιότερη γραφή: τό)

  • (δεικτική αντωυνμία)
    1. αυτό
      (Χρειάζεται παράδειγμα)
    2. σε εκφράσεις, χωρίς ... (Χρειάζεται ανάλυση)
      το σκάω, τα σκάω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]