το

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Άρθρο[]

το αρσενικό και ουδέτερο

  • αρσενικό οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού (βλέπε τον)
Έχε το νου σου!
  • ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ενικού
Το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
  • ουδέτερο οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού
Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.
Δεν έχει το γνώθι σαυτόν.

κλίσεις των άρθρων[]

αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού του της του
αιτιατική ενικού τον τη(ν) το
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού των των των
αιτιατική πληθυντικού τους τις τα

Open book 01.svg Κλιτή μορφή αντωνυμίας[]

το ουδέτερο

  • αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου, αντί του αυτό
του το είπα, αλλά αυτός δεν ήθελε να με πιστέψει

Εκφράσεις[]

  • το και το: δηλώνει εμφατικά αναλυτική διήγηση γεγονότων ή έκθεση επιχειρημάτων που έχουν ξανακουστεί και γι' αυτό δεν επαναλαμβάνονται
    Πάω λοιπόν και τους λέω: «Τα μάθατε; Ο Γιάννης το και το»