το

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: τό

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος άρθρου[επεξεργασία]

το αρσενικό και ουδέτερο

  • αρσενικό οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικούδείτε τη λέξη τον
    έχε το νου σου!
  • ουδέτερο οριστικό άρθρο στην ονομαστική ενικού
    το καλό το παλικάρι, ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
  • ουδέτερο οριστικό άρθρο στην αιτιατική ενικού
    έλλο το ένα, άλλο το άλλο.
    δεν έχει το γνώθι σαυτόν.

κλίσεις των άρθρων[επεξεργασία]

αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού του της του
αιτιατική ενικού τον τη(ν) το
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού των των των
αιτιατική πληθυντικού τους τις τα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

το ουδέτερο

  • αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου, αντί του αυτό
    του το είπα, αλλά αυτός δεν ήθελε να με πιστέψει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το και το: δηλώνει εμφατικά αναλυτική διήγηση γεγονότων ή έκθεση επιχειρημάτων που έχουν ξανακουστεί και γι' αυτό δεν επαναλαμβάνονται
    Πάω λοιπόν και τους λέω: «Τα μάθατε; Ο Γιάννης το και το»