τις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- τις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τίς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τις
- ομόηχο: τής
Αντωνυμία
[επεξεργασία]τις (αόριστη ή ερωτηματική αρχαία αντωνυμία)
- (αρχαιοπρεπές) μονοτονική γραφή του τίς, αρσενικού γένους: κάποιος (αόριστη), ποιος; (ερωτηματική αντωνυμία)
τις ει; - τίς εἶ;
τις πταίει; - τίς πταίει;
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- τίς (συχνά ορθογραφείται με τόνο διότι τονίζεται)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]εκφράσεις με τους αρχαίους κλιτικούς τύπους της αντωνυμίας τίς
- εν τινι
- εν τινι τρόπω - ἔν τινι τρόπῳ
- τίνι τρόπω; - τίνι τρόπῳ;
- τίνι;
- τις ει; - τίς εἶ;
- τις πταίει;
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- τις < τίς < τές < τάς, αδύνατος τύπος για την αρχαία ελληνική ταύτας.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη λέξη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τις
- ομόηχο: της
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]τις
- αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού
- — Τις είδα προχτές. — Ποιες; — Τις ξαδέρφες σου. Είχαν έρθει στη Βάρκιζα για μπάνιο.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Για τον τόνο στο τίς δείτε Παράρτημα:Γραμματική (νέα_ελληνικά)#μονοσύλλαβα με τόνο.
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- τις < τίς < τές < αρχαία ελληνική τάς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη λέξη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τις
- ομόηχο: της
- τονικό παρώνυμο: τής
Κλιτικός τύπος άρθρου
[επεξεργασία]τις θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό
- αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο
- — Τις είδα προχτές. — Ποιες; — Τις ξαδέρφες σου. Είχαν έρθει στη Βάρκιζα για μπάνιο.
βγαίνει τις μικρές ώρες
να αποφεύγεις τις κακοτοπιές!
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Διαλεκτικοί τύποι
[επεξεργασία]το οριστικό άρθρο ο, η, το
[επεξεργασία]| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική ενικού | ο | η | το |
| γενική ενικού + σε |
του στου |
της στης |
του στου |
| αιτιατική ενικού + σε |
το(ν) στο(ν) |
τη(ν) στη(ν) |
το στο |
| ονομαστική πληθυντικού | οι | οι | τα |
| γενική πληθυντικού + σε |
των στων |
των στων |
των στων |
| αιτιατική πληθυντικού + σε |
τους στους |
τις στις |
τα στα |
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- τις < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τί (αόριστη αντωνυμία) + {{[π|-ς}}, ονομαστική ενικού, ουδέτερου γένους του τίς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται με την προηγούμενη λέξη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τις
- ομόηχο: της
- τονικό παρώνυμο: τής
Αντωνυμία 2
[επεξεργασία]- αόριστη αντωνυμία
κάτι τις (ΔΦΑ : /ˈka.ti‿tis/)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]τις
Πηγές
[επεξεργασία]- τις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι αντωνυμιών (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι άρθρων (νέα ελληνικά)
- Αόριστες αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Αντωνυμίες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)