Μετάβαση στο περιεχόμενο

τις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τίς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
τις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τίς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τις
ομόηχο: τής

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

τις (αόριστη ή ερωτηματική αρχαία αντωνυμία)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • τίς (συχνά ορθογραφείται με τόνο διότι τονίζεται)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

εκφράσεις με τους αρχαίους κλιτικούς τύπους της αντωνυμίας τίς

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
τις < τίς < τές < τάς, αδύνατος τύπος για την αρχαία ελληνική ταύτας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη λέξη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τις
ομόηχο: της

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

τις

  • αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού
    Τις είδα προχτές. — Ποιες; — Τις ξαδέρφες σου. Είχαν έρθει στη Βάρκιζα για μπάνιο.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
τις < τίς < τές < αρχαία ελληνική τάς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται μαζί με την επόμενη λέξη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τις
ομόηχο: της
τονικό παρώνυμο: τής

Κλιτικός τύπος άρθρου

[επεξεργασία]

τις θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  • αιτιατική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ο
    Τις είδα προχτές. — Ποιες; — Τις ξαδέρφες σου. Είχαν έρθει στη Βάρκιζα για μπάνιο.
    παράδειγμα  βγαίνει τις μικρές ώρες
    παράδειγμα  να αποφεύγεις τις κακοτοπιές!

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

το οριστικό άρθρο ο, η, το

[επεξεργασία]
αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ενικού ο η το
γενική ενικού
+ σε
του
στου
της
στης
του
στου
αιτιατική ενικού
+ σε
το(ν)
στο(ν)
τη(ν)
στη(ν)
το
στο
ονομαστική πληθυντικού οι οι τα
γενική πληθυντικού
+ σε
των
στων
των
στων
των
στων
αιτιατική πληθυντικού
+ σε
τους
στους
τις
στις
τα
στα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
τις < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τί (αόριστη αντωνυμία) + {{[π|-ς}}, ονομαστική ενικού, ουδέτερου γένους του τίς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tis/ (άτονο, προφέρεται με την προηγούμενη λέξη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τις
ομόηχο: της
τονικό παρώνυμο: τής

Αντωνυμία 2

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

τις

  • η γραφή της αόριστης αντωνυμίας τίς όταν υπάρχει έγκλιση και ο τόνος της μετακινείται στην προηγούμενη λέξη
    παράδειγμα  ναός τις - κάποιος ναός (υπάρχει ήδη τόνος στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης)
    παράδειγμα  κῆπός τις - κάποιος κήπος (μετακινήθηκε ο τόνος στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης)