Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄλφα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἄλφα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνικό αλφάβητο
 Α α   άλφα / ἄλφα Νν νι / νῦ
 Β β ϐ   βήτα / βῆτα Ξξ ξι / ξεῖ, ξῖ, ξῦ
 Γγ γάμα / γάμμα Οο όμικρον /  μικρόν, (οὖ)
 Δδ δέλτα Ππϖ πι / πεῖ, πῖ
 Εε έψιλον /  ψιλόν, (εἶ) Ρρϱρο / ῥῶ
 Ζζ ζήτα / ζῆτα Σσ/ς σίγμα / σῖγμα
 Ηη ήτα / ἦτα Ττ ταυ / ταῦ
 Θθϑθήτα / θῆτα Υυ ύψιλον /  ψιλόν, ()
 Ιι γιώτα, ιώτα / ἰῶτα Φφϕφι / φεῖ, φῖ
 Κκϰκάπα / κάππα Χχ χι / χεῖ, χῖ
 Λλ λάμδα, λάμβδα / λάβδα Ψψ ψι / ψεῖ, ψῖ
 Μμ μι / μῦ Ωω ωμέγα /  μέγα, ()
Παρωχημένα γράμματα - Άλλα σύμβολα
 Ϝϝ δίγαμμα  Ϻϻ σαν
 Ϛϛ στίγμα  Ϸϸ σω
 Ϡϡ σαμπί  Ͳͳ παλαιό σαμπί
 Ϙϙ κόππα  Ϟϟ μεταγενέστερο κόππα
 Ͱͱ ἧτα (δασυνόμενο)  Ϲ ϲ μηνοειδές σίγμα
 Ϗϗ και  Ͻ ͻ ἀντίσιγμα
 Ͷͷ παμφυλιακό δίγαμμα  Ȣȣ ου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄλφα < (άμεσο δάνειο) φοινικική 𐤀𐤋𐤐 (a-l-p) (=χιλιάδα) < ονομασία του συμβόλου 𐤀 (ʾaleph) < πρωτοσιναϊτικό ιερογλυφικό
F1
(αρχαία αιγυπτιακά)
το πρώτο σύμβολο του φοινικικού αλφαβήτου, που είχε το γραμμικό σχήμα , σαν σχήμα της κεφαλής του ταύρου («βοός κεφαλή» όπως γράφει ο Ησύχιος) και ονομαζόταν άλεφ (ταύρος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄλφα ουδέτερο άκλιτο (πληθυντικός τὰ )

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἄλφα (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: άλφα
αραβικά: أَلْفَا
βουλγαρικά: алфа
καταλανικά: alfa
τσεχικά: alfa
ολλανδικά: alfa
αγγλικά: alpha
φινλανδικά: alfa
γαλλικά: alpha
γερμανικά: Alpha
ουγγρικά: alfa
ιταλικά: alfa
λατινικά: alpha
σλαβομακεδονικά: алфа
πολωνικά: alfa
ρωσικά: а́льфа
σλοβακικά: alfa
σλοβενικά: alfa
σουηδικά: alfa
ισπανικά: alfa
ουκρανικά: а́льфа

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]