σίγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σίγμα σίγματα
γενική σίγματος σιγμάτων
αιτιατική σίγμα σίγματα
κλητική σίγμα σίγματα

όμως και άκλιτο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίγμα < αρχαία ελληνική σίγμα / σῖγμα < σίζω + -μα < ηχομιμητική λέξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίγμα ουδέτερο άκλιτο ή κλιτό
εναλλακτικός πληθυντικός και σίγματα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα ’πε με το νι και με το σίγμα: για κάτι που μεταφέρεται λεπτομερώς, όπως ακριβώς ειπώθηκε ή διαδραματίσθηκε, με πιστή αναπαραγωγή.
Η φράση σχηματίστηκε όταν στα σχολεία οι δάσκαλοι ζητούσαν πλήρη άρθρωση των λέξεων όπως π.χ. παιδίον και πόλις, δηλαδή με το τελικό σίγμα και το τελικό νι, όχι όπως προφέρονταν στην δημοτική, παιδί και πόλη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]