ενικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ενικός οι ενικοί
      γενική του ενικού των ενικών
    αιτιατική τον ενικό τους ενικούς
     κλητική ενικέ ενικοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενικός < ένας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ni.ˈkɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός αρσενικό

  1. (γραμματική) οι μορφές ενός κλιτού μέρους του λόγου που αναφέρονται σε ένα. Επίσης υπάρχει και ο πληθυντικός αριθμός, όπως υπήρχε και ο δυϊκός.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]