ένα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ένα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἕνα < ουδέτερο για την αρχαία ελληνική εἷς, από την αιτιατική ἕνα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈe.na/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έ‐να
Αριθμητικό
[επεξεργασία]ένα ουδέτερο
- το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο
Ο Γιάννης και η Μαρία έχουν ένα μόνο παιδί.
Παράγωγα
[επεξεργασία]| αριθμητικά | |
| απόλυτο: | ένα |
| ψηφίο: | . |
| τακτικό: | πρώτος |
| πολλαπλασιαστικό: | μονός |
| αναλογικό: | . |
| περιληπτικό: | μονάδα |
| επίρρημα: | . |
| πρόθημα: | . |
| χρονικά | |
| λεπτά: | μονόλεπτο |
| ώρες: | μονόωρο |
| ημέρες: | μονοήμερος, μονοήμερη, μονοήμερο |
| μήνες: | . |
| έτη: | . |
| διάρκεια: | μονοετής, μονοετές - μονόχρονος, μονόχρονη, μονόχρονο |
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] το αριθμητικό 1
Κλιτικός τύπος άρθρου
[επεξεργασία]ένα (αόριστο άρθρο)
- ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας
Θέλω ένα καλό βιβλίο για τα γαλλικά, ξέρεις κανένα;
- άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]ένα (αόριστη αντωνυμία)
- ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας
Ενώ τα παιδιά κάθονταν στα θρανία τους, σηκώθηκε ένα κι άρχισε να φωνάζει.
- άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αριθμητικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αριθμητικά απόλυτα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι άρθρων (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι αντωνυμιών (νέα ελληνικά)
- Αόριστες αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)