ένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένα < αρχαία ελληνική ἕν

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.na/
Audio 

Αριθμητικό[επεξεργασία]

ένα ουδέτερο

  1. απόλυτο αριθμητικό επίθετο (1), ο αριθμός ανάμεσα στο μηδέν (0) και το δύο (2)
    Ο Γιάννης και η Μαρία έχουν ένα μόνο παιδί.
  2. αόριστο άρθρο: χρησιμοποιείται όταν αναφερόμαστε σε πράγμα ή πρόσωπο όχι συγκεκριμένα αλλά αόριστα και γενικά
    Θέλω ένα καλό βιβλίο για τα γαλλικά, ξέρεις κανένα;
  3. αόριστη αντωνυμία: αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα που δεν ονομάζεται αυτή τη στιγμή
    ενώ τα παιδιά κάθονταν στα θρανία τους, σηκώθηκε ένα κι άρχισε να φωνάζει

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]