Μετάβαση στο περιεχόμενο

ένα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἕνα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Ένα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ένα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἕνα < ουδέτερο για την αρχαία ελληνική εἷς, από την αιτιατική ἕνα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈe.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ένα

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

ένα ουδέτερο

Παράγωγα

[επεξεργασία]
αριθμητικά
απόλυτο: ένα
ψηφίο: .
τακτικό: πρώτος
πολλαπλασιαστικό:  μονός
αναλογικό: .
περιληπτικό: μονάδα  
επίρρημα: .
πρόθημα: .
 
χρονικά
λεπτά: μονόλεπτο
ώρες: μονόωρο
ημέρες: μονοήμερος, μονοήμερη, μονοήμερο
μήνες: .
έτη: .
διάρκεια: μονοετής, μονοετές - μονόχρονος, μονόχρονη, μονόχρονο  

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος άρθρου

[επεξεργασία]

ένα (αόριστο άρθρο)

  1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας
    παράδειγμα Θέλω ένα καλό βιβλίο για τα γαλλικά, ξέρεις κανένα;
  2. άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

ένα (αόριστη αντωνυμία)

  1. ονομαστική και αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του ένας
    παράδειγμα Ενώ τα παιδιά κάθονταν στα θρανία τους, σηκώθηκε ένα κι άρχισε να φωνάζει.
  2. άλλη μορφή του έναν· αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ένας

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]