μηδέν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μηδέν
γενική μηδενός
αιτιατική μηδέν
κλητική μηδέν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηδέν < αρχαία ελληνική μηδέν < μηδὲ + ἕν

Open book 01.svg Αριθμητικό[επεξεργασία]

μηδέν και μηδενικό

  1. Αριθμός που δείχνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε ποσότητας.
  2. (μαθηματικά) (δεκαδικό σύστημα) Αριθμός που δεν έχει αξία ο ίδιος αλλά που δίνει αξία δέκα φορές μεγαλύτερη στους αριθμούς που βρίσκονται στα αριστερά του.
    Είκοσι γράφεται με ένα δυάρι που ακολουθείται από ένα μηδέν.
    Ένα τεσσάρι μαζί με τρία μηδενικά διαβάζεται τέσσερις χιλιάδες.
  3. (μεταφορικά) Λέγεται για κάποιον ανίκανο, που δεν αξίζει τίποτα.
    Είναι ένα μηδἐν
  4. (σχολική βαθμολογία) Σχολικός βαθμός που υποδηλώνει έναν κακό μαθητή.
  5. (φυσική) Σε μερικές κλίμακες, δείχνει την θερμοκρασία στην οποία λιώνει ο πάγος.
    Η θερμοκρασία έπεσε στο μηδέν, κάτω από το μηδέν.

Γραφές[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ανίκανος, ανάξιος

Κακός βαθμός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]