τιποτένιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τιποτένιος τιποτένια τιποτένιο
γενική τιποτένιου τιποτένιας τιποτένιου
αιτιατική τιποτένιο τιποτένια τιποτένιο
κλητική τιποτένιε τιποτένια τιποτένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τιποτένιοι τιποτένιες τιποτένια
γενική τιποτένιων τιποτένιων τιποτένιων
αιτιατική τιποτένιους τιποτένιες τιποτένια
κλητική τιποτένιοι τιποτένιες τιποτένια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τιποτένιος < τίποτ(α) + -ένιος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.pɔˈtɛ.ɲɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

τιποτένιος, -α, -ο

  • που δεν αξίζει τίποτα
    να μην ασχολούμαστε με τιποτένια πράγματα
    είναι τιποτένιος άνθρωπος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τιποτένιος αρσενικό (θηλυκό: τιποτένια)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]