συνίζηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνίζηση συνιζήσεις
γενική συνίζησης
& συνιζήσεως
συνιζήσεων
αιτιατική συνίζηση συνιζήσεις
κλητική συνίζηση συνιζήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνίζηση < αρχαία ελληνική συνίζησις < συνιζάνω < συν- + ἱζάνω (καθίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνίζηση θηλυκό

  • η συνεκφορά δύο γειτονικών φωνηέντων σε μια συλλαβή· στα νέα ελληνικά είναι συχνό φαινόμενο που εμφανίζεται είτε με την μετατροπή του πρώτου φωνήεντος σε ημίφωνο (π.χ. καρδία > καρδιά, /kaɾ.'ði.a/ > /kaɾ.ˈðʝa/) είτε με την ουράνωση του προηγούμενου συμφώνου (αν αυτό είναι ένα από τα κ, γκ, χ, ν, λ) και απαλοιφή του πρώτου φωνήεντος (π.χ. ήλιος, /'i.li.os/ > /'i.ljos/ > /ˈi.ʎos/).


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]