ψάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψάρι ψάρια
γενική ψαριού ψαριών
αιτιατική ψάρι ψάρια
κλητική ψάρι ψάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάρι < μεσαιωνική ελληνική ψάρι(ν) < μεταγενέστερη ελληνική ὀψάριον < υποκοριστικό του ὄψον + (κατάληξη υποκοριστικού) -άριον, προσφάγι < αρχαία ελληνική ἕψω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpsa.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

είδη ψαριών

ψάρι ουδέτερο

  1. (ιχθυολογία) υδρόβιο σπονδυλωτό ζώο, συνήθως ωοτόκο, μερικές φορές ωοζωοτόκο ή και ζωοτόκο. Αναπνέει συνήθως με βράγχια, όμως ορισμένα είδη έχουν ένα πρόσθετο σύστημα εναέριας αναπνοής, όπως οι πνεύμονες των Διπνεύστων ή ο λαβύρινθος των Αναβαντιδών
    ο ιχθύςδείτε τη λέξη:
  2. (μεταφορικά) ο κουτός, ο αφελής άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανόητος
  3. (περιπαικτικά) ο νεοσύλλεκτος φαντάρος, και γενικότερα κατά προέκταση, ο πρωτάρης σε μια δουλειά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • άρχισα να τρέμω σαν το ψάριβλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
  • ψήνω το ψάρι στα χείλη : βασανίζω
  • αισθάνομαι σαν ψάρι έξω απ' το νερό: βρίσκομαι σε περιβάλλον εντελώς ξένο
    όταν πηγαίνω στο νησί αισθάνομαι σαν ψάρι έξω απ' το νερό και γι' αυτό όλη μέρα κάθομαι στο σπίτι
  • αν δεν βρέξεις κώλο δεν τρως ψάρι: λέγεται για κάτι που πρέπει να κοπιάσεις για να το πετύχεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]