fish

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɪʃ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
fish fish / fishes

fish (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας fish
γ΄ ενικό ενεστώτα fishes
αόριστος fished
παθητική μετοχή fished
ενεργητική μετοχή fishing

fish (en)

  1. (αμετάβατο) ψαρεύω, με τη χρήση καλαμιού προσπαθώ να πιάσω ψάρια
    I go fishing every day.
    Ψαρεύω κάθε μέρα.
  2. (αμετάβατο) (με for ή around for) ψαρεύω, εκμαιεύω από κάποιον τις προθέσεις του, κάποιο μυστικό ή άλλες πληροφορίες
    I fish for secrets/compliments out of someone.
    Ψαρεύω μυστικά/κομπλιμέντα από κάποιον.

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 984-985. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ψαρεύω