ψαρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψαρωμένος ψαρωμένη ψαρωμένο
γενική ψαρωμένου ψαρωμένης ψαρωμένου
αιτιατική ψαρωμένο ψαρωμένη ψαρωμένο
κλητική ψαρωμένε ψαρωμένη ψαρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαρωμένοι ψαρωμένες ψαρωμένα
γενική ψαρωμένων ψαρωμένων ψαρωμένων
αιτιατική ψαρωμένους ψαρωμένες ψαρωμένα
κλητική ψαρωμένοι ψαρωμένες ψαρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψαρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ψαρωμένος, -η, -ο

  • που έχει ψαρώσει, που νιώθει αδύναμος και αμήχανος απέναντι στους ανωτέρους του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]