μετοχή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μετοχή | οι | μετοχές |
| γενική | της | μετοχής | των | μετοχών |
| αιτιατική | τη | μετοχή | τις | μετοχές |
| κλητική | μετοχή | μετοχές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετοχή (συμμετοχή) < μετέχω < μετά + ἔχω
- για την γραμματική: η σημασία από την ελληνιστική περίοδο
- για τα οικονομικά: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική share[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.toˈçi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐το‐χή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μετοχή θηλυκό
- (γραμματική) κλιτή λέξη που διαθέτει τις ιδιότητες του επιθέτου και του ρήματος, ένα είδος ρηματικού επιθέτου
Η μετοχή λέγεται έτσι γιατί οι ιδιότητές της μετέχουν και στα δυο αυτά μέρη του λόγου.
- (οικονομία) χρηματικός τίτλος που αντιπροσωπεύει ένα μέρος του κεφαλαίου μιας επιχείρησης
Η τιμή των μετοχών στο χρηματιστήριο πέφτει ή ανεβαίνει.
Η μετοχή ΧΧ όχι μόνον ανέκαμψε, αλλά έκανε άλμα.
- (μεταφορικά) πέφτουν οι μετοχές μου: χάνω κύρος
- (μεταφορικά) ανεβαίνουν οι μετοχές μου: κερδίζω κύρος
- (σπάνιο) η πράξη του να λαμβάνει μέρος κάποιος σε κάτι, η συμμετοχή[3]
- ※ Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μετοχικός
- μετόχι
- μέτοχος & σύνθετα'
- συμμετοχή
- ψευτομετοχή
→ και δείτε τη λέξη μετέχω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία](γραμματική) νέα ελληνικά → δείτε το Παράρτημα:Επίθετα_και_μετοχές_(νέα_ελληνικά)/σημειώσεις#Μετοχές
- Είδη μετοχής: αιτιολογική, αναφορική, τροπική, υποθετική, χρονική
- επιθετική μετοχή, ουσιαστικοποιημένη μετοχή
- ρηματικό επίθετο με κατάληξη -τέος ή -τός
- Οι παθητικές μετοχές παρακειμένου της κοινής νεοελληνικής λήγουν σε -μένος (σε ρόλο ρηματικού επιθέτου) και οι ενεργητικές μετοχές ενεστώτα σε -οντας ή -ώντας (κατ' εξαίρεσιν άκλιτες, σε ρόλο επιρρήματος)
(γραμματική) αρχαία ελληνικά → δείτε Παράρτημα:Επίθετα και μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Στα αρχαία ελληνικά οι μετοχές είναι ενεργητικής και μεσοπαθητικής φωνής για τους χρόνους ενεστώτα, και παρακείμενο και μέσης & παθητικής φωνής για τους χρόνους μέλλοντα και αόριστο. Μερικές απ' αυτές χρησιμοποιούναι και στα νέα ελληνικά σε λόγιο ύφος.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] όρος της γραμματικής
όρος της οικονομίας
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μετοχή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ μετοχή - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Σπάνιες σημασίες όρων (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)