Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


      ενικός         πληθυντικός  
share shares

share (en)

  1. το μερίδιο, η μερίδα
  2. (οικονομία) η μετοχή


ενεστώτας share
γ΄ ενικό ενεστώτα shares
αόριστος shared
παθητική μετοχή shared
ενεργητική μετοχή sharing

share (en)

  1. μοιράζω
  2. μοιράζομαι
    ※  2022 - Matthew Syed, "As we inwardly curate our cosy truths, there’s a world outside in trouble", article@thetimes, The Times 2022.11.26.
    The verb “to share” has undergone a subtle but intriguing transformation. For most of my lifetime the concept was “other-directed”: as one dictionary definition put it, to share is “to give some of (what one has) to someone else”. Over the past few decades, however, the verb has taken on a new, inner-directed meaning, […] The Merriam-Webster dictionary puts it this way: to share is “to talk about one's thoughts, feelings or experiences with others”.
    Το ρήμα «μοιράζομαι» έχει υποστεί μία λεπτή αλλά ενδιαφέρουσα μεταμόρφωση. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου η σημασία ήταν «με κατεύθυνση σε κάποιον άλλον»: όπως το έθετε ο ορισμός σ' ένα λεξικό, το να «μοιράζομαι» σημαίνει «να δίνω κάτι (απ' αυτά που έχω) σε κάποιον άλλον». Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, το ρήμα έχει προσλάβει μια νέα έννοια με κατεύθυνση εσωτερική […] Το λεξικό Merriam-Webester το θέτει ως εξής: το share σημαίνει «μιλάω με άλλους για τις σκέψεις μου, τα αισθήματά μου ή τις εμπειρίες μου».
    (Μετάφραση:Το Βικιλεξικό / Ελληνική απόδοση