Μετάβαση στο περιεχόμενο

share

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
share shares

share (en)

  1. (συνήθως ενικός) το μερίδιο, η μερίδα, ένα μέρος από κάτι που χωρίζεται σε δύο ή περισσότερα άτομα
    παράδειγμα  He became the sole proprietor of the business by buying out his partner's share.
    Έγινε μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης εξαγοράζοντας το μερίδιο του συνεταίρου του.
    παράδειγμα  They all got their share of the profits.
    Πήραν όλοι τη μερίδια τους από τα κέρδη.
  2. (μόνο ενικός) το μερίδιο, το μέρος που έχει κάποιος σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα που περιλαμβάνει πολλά άτομα
    παράδειγμα  We all did our share.
    Όλοι κάναμε το μερίδιό μας.
    παράδειγμα  Everyone must take on their share of the blame.
    Όλοι πρέπει να αναλάβουν το μερίδιό τους της ευθύνης.
  3. (μόνο ενικός) το μερίδιο, η ποσότητα από κάτι που θεωρείται φυσιολογικό ή αποδεκτό για ένα άτομο ή πράγμα
    παράδειγμα  a fair share - δίκαιο μερίδιο
    παράδειγμα  He always eats more than his share.
    Πάντα τρώει περισσότερο από το μερίδιό του.
    παράδειγμα  He too has his share of worries in life.
    Έχει κι αυτός το μερίδιό του στα βάσανα της ζωής.
  4. (πληροφορική) η κοινοποίηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
    παράδειγμα  How many shares does the post have so far?
    Πόσες κοινοποιήσεις έχει η ανάρτηση μέχρι στιγμής;
  5. (οικονομία) η μετοχή, τίτλος κινητής αξίας που αντιπροσωπεύει ορισμένο τμήμα από το κεφάλαιο μιας εταιρείας και αποδεικνύει τη συμμετοχή του κατόχου της σ΄ αυτό
    παράδειγμα  I have shares in that company.
    Έχω μετοχές σ' αυτήν την εταιρεία.
    παράδειγμα  Shares can go down as well as up.
    Μετοχές μπορούν να κατεβαίνουν καθώς και να ανεβαίνουν.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας share
γ΄ ενικό ενεστώτα shares
αόριστος shared
παθητική μετοχή shared
ενεργητική μετοχή sharing

share (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) μοιράζομαι, έχω, χρησιμοποιώ ή ζω κάτι ταυτόχρονα με κάποιον άλλο
    παράδειγμα  He is sharing the room with a friend of his.
    Μοιράζεται το δωμάτιο με ένα φίλο του.
    παράδειγμα  Some couples have a shared account on social media.
    Μερικά ζευγάρια έχουν κοινό λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) μοιράζομαι, έχω μερίδιο από κάτι ενώ άλλο άτομο ή άλλα άτομα έχουν επίσης μερίδιο
    παράδειγμα  They shared the profits amongst themselves.
    Μοιράστηκα τα κέρδη μεταξύ τους.
    παράδειγμα  The two parties shared the total number of MPs.
    Τα δύο κόμματα μοιράστηκαν το σύνολο των βουλευτών.
  3. (μεταβατικό) μοιράζω, διαιρώ κάτι σε δύο ή περισσότερα άτομα
    παράδειγμα  He shared the cake with ten children.
    Μοίρασε το κέικ σε δέκα παιδιά.
    παράδειγμα  The company shares profits with the shareholders.
    Η εταιρεία μοιράζει κέρδη στους μετόχους.
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) μοιράζω, δίνω μερικά από αυτά που έχω σε κάποιον άλλο ή αφήνω κάποιον να χρησιμοποιήσει κάτι που είναι δικό μου
    παράδειγμα  We shared food with the poor.
    Μοιράσαμε τρόφιμα στους φτωχούς.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) μοιράζομαι, συμμερίζομαι, έχω τα ίδια συναισθήματα, ιδέες, εμπειρίες κτλ. με κάποιον άλλο
    παράδειγμα  He shares (in) both my sorrows and joys.
    Μοιράζεται και τις λύπες μου και τις χαρές μου.
    παράδειγμα  We both shared the same worries and the same hopes.
    Εμείς οι δυο μοιραστήκαμε τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ελπίδες.
    παράδειγμα  I don't share his optimism/political beliefs.
    Δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία του/τις πολιτικές του πεποιθήσεις.
  6. (μεταβατικό και αμετάβατο) μοιράζω, κοινοποιώ, λέω σε άλλους ανθρώπους για τις ιδέες, τις εμπειρίες και τα συναισθήματά μου
    παράδειγμα  He shares advice right and left.
    Μοιράζει συμβουλές δεξιά κι αριστερά.
    παράδειγμα  He shared with everyone his decision.
    Κοινοποίησε σ' όλους την απόφασή του.
    παράδειγμα  I didn’t share any of his posts.
    Δεν κοινοποίησα καμία από τις αναρτήσεις του.