μοιράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοιράζω < μεσαιωνική ελληνική μοιράζω < αρχαία ελληνική μοιρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

'μοιράζω, παθητικό: μοιράζομαι, παθητική μετοχή: μοιρασμένος

  1. διαιρώ κάτι σε κομμάτια και τα δίνω σε διαφορετικούς ανθρώπους (πιθανόν να παίρνω κι εγώ μερίδιο)
    μοιράζω το μήλο σε τέσσερα κομμάτια
    να μοιράσουμε τη δουλειά για να τελειώσουμε γρηγορότερα;
  2. διανέμω μια ποσότητα αντικειμένων σε πολλούς αποδέκτες
    θα μοιράσουν τα βιβλία στους μαθητές πριν τον αγιασμό
    ο διανομέας μοιράζει τα γράμματα
  3. προσφέρω κάτι σε πολλούς άλλους ανθρώπους
    πρόσεχε τους απατεώνες, κανείς δεν μοιράζει λεφτά
  4. (σε χαρτοπαίγνιο) έχοντας ανακατέψει την τράπουλα, δίνω στον κάθε παίκτη ένα συγκεκριμένο αριθμό φύλλων

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]