Μετάβαση στο περιεχόμενο

τράπουλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τράπουλα οι τράπουλες
      γενική της τράπουλας των τραπουλών
    αιτιατική την τράπουλα τις τράπουλες
     κλητική τράπουλα τράπουλες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μία τράπουλα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τράπουλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική trappola (παγίδα, μεταφορικά: απάτη)) < γαλλική trappe < φραγκική *trappa < πρωτογερμανική *trap- / *tramp- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dremb- (τρέχω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾa.pu.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τράπουλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τράπουλα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη  Κατηγορία:Χαρτοπαίγνια (νέα ελληνικά)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]