τράπουλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τράπουλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική trappola (παγίδα, μεταφορικά: απάτη)) < γαλλική trappe < φραγκική *trappa < πρωτογερμανική *trap- / *tramp- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dremb- (τρέχω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtɾa.pu.la/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρά‐που‐λα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τράπουλα θηλυκό
- (χαρτοπαίγνιο) ένα σύνολο από 52 (ή άλλον αριθμό) καρτών / τραπουλόχαρτων, με τα οποία παίζονται διάφορα παιχνίδια (τύχης ή ικανοτήτων) ή χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς
Οι τράπουλες έχουν 52 χαρτιά. Επιπλέον, μπορεί να υπάρχει και ο μπαλαντέρ.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Υπώνυμα
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη Κατηγορία:Χαρτοπαίγνια (νέα ελληνικά)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τράπουλα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τράπουλα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τράπουλα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Ταξίδι με τα 52 φύλλα της τράπουλας @sarantakos, Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 2012.10.17. retr:2026.04.22.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χαρτοπαίγνια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)