μεταφορά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεταφορά < μεταφέρω < (μετά) μετα- + φέρω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.ta.foˈɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τα‐φο‐ρά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεταφορά θηλυκό
- η μετακίνηση ενός πράγματος ή ανθρώπου (πχ εμπορευμάτων - επιβατών) από ένα μέρος σε ένα άλλο, συνήθως με κάποιο μεταφορικό μέσο
- ※ Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. Στην πράξη αναφέρεται σε μη εγκατεστημένους μεταφορείς οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν χωρίς φορτίο έπειτα από μια διεθνή μεταφορά, αναλαμβάνουν την παράδοση και άλλου φορτίου στη χώρα υποδοχής προτού φτάσουν και πάλι στα σύνορα. Ο κανονισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους μεταφορείς που διέθεταν κοινοτική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί από κράτος μέλος, να παρέχουν υπηρεσίες οδικών εμπορευματικών μεταφορών σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν σε προσωρινή βάση. (*)
- η μετακίνηση σε άλλο σημείο
ολοκληρώθηκε η μεταφορά των αρχείων από το σκληρό δίσκο στη δισκέτα
η επιχείρηση θα παραμείνει κλειστή για δύο ημέρες λόγω μεταφοράς των γραφείων της σε άλλο κτήριο
- η μεταγραφή, διασκευή ή απόδοση ενός δημιουργικού έργου σε άλλη μορφή από την αρχική του
- η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού μυθιστορήματος
- (φιλολογία, ρητορική) σχήμα λόγου κατά το οποίο οι ιδιότητες ενός στοιχείου αποδίδονται (μεταφέρονται) σε ένα άλλο, το οποίο έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από το πρώτο
Στη φράση «ο αντίπαλος έγινε λαγός» γίνεται χρήση μεταφοράς: μία ζωική ιδιότητα (η ταχύτητα του λαγού) αποδίδεται σε άνθρωπο (τον αντίπαλο).- ≠ αντώνυμα: κυριολεξία
- (για κείμενο) απόδοση σε άλλη γλώσσα
- (γλωσσολογία) άμεσο γλωσσικό δάνειο που έχει ενταχθεί στην αποδέκτρια γλώσσα προσαρμοσμένο γραμματικά[1]
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μεταφέρω
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- (πληροφορική) ρυθμός μεταφοράς δεδομένων
- (μετεωρολογία) ομίχλη μεταφοράς
- μέσο μαζικής μεταφοράς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταφορά αγαθών-επιβατών
η μετακίνηση σε άλλο σημείο
απόδοση σε άλλη γλώσσα
|
άμεσο γλωσσικό δάνειο
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γλωσσάριο όρων - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | μεταφορᾱ́ | αἱ | μεταφοραί |
| γενική | τῆς | μεταφορᾶς | τῶν | μεταφορῶν |
| δοτική | τῇ | μεταφορᾷ | ταῖς | μεταφοραῖς |
| αιτιατική | τὴν | μεταφορᾱ́ν | τὰς | μεταφορᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | μεταφορᾱ́ | μεταφοραί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μεταφορᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μεταφοραῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Πηγές
[επεξεργασία]- μεταφορά - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μεταφορά - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' χωρίς κατάληξη '-ιά' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλολογία (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στρατιά' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στρατιά' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)